μώλου

μώλου
μώ̱λου , μῶλος
toil and moil
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Μώλου — Μῶλος toil and moil masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μώλου, δήμος — Δήμος του νομού Φθιώτιδας, που ανασυστάθηκε με το σχέδιο «Καποδίστριας» και αποτελείται από τον πρώην ομώνυμο δήμο, καθώς και τις πρώην κοινότητες Αγίας Τριάδας, Αγίου Σεραφείμ, Ανάβρας, Καλλιδρομίου, Κομνίνης, Μενδενίτσης και Σκάρφειας, οι… …   Dictionary of Greek

  • Ιθάκη — Νησί (96,22 τ. χλμ., 3.084 κάτ.) του Ιονίου πελάγους, απέναντι από τη βόρεια χερσόνησο της Κεφαλονιάς, με την oποία έχει παράλληλη (Ν ΝΑ) κατεύθυνση. Τα δύο νησιά χωρίζονται από το στενό της Ι. (πλάτους 2,5 χλμ. στο βόρειο τμήμα και 5 χλμ. στο… …   Dictionary of Greek

  • Liste der Gemeinden Griechenlands (1997–2010) — Die folgende Tabelle umfasst alle griechischen Gemeinden, die im Zuge des Kapodistrias Programms von 1997 aus knapp 6.000 kleineren kommunalen Einheiten geschaffen wurden und im Zuge des Kallikratis Gesetzes von 2010 zum 1. Januar 2011… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der Gemeinden Griechenlands — Griechenland gliedert sich seit dem 1. Januar 2011 in 13 Regionen und 325 Gemeinden. Durch das Kallikratis Gesetz wurden 240 Gemeinden durch Zusammenschluss zuvor bestehender kleinerer Gemeinden neu gebildet. Außer Kreta und Euböa sind die… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste des communes de Grèce — Avertissement : les traductions du nom des différentes nouvelles entités administratives sont à prendre avec précaution, les dénominations n étant selon toute vraisemblance pas officiellement fixées en français. Voir l avertissement en tête… …   Wikipédia en Français

  • ανάβρα — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Μεγάλος ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 1.169 κάτ.) του νομού Καρδίτσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ταμασίου. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 80 μ., 583 κάτ.) του νομού Λαρίσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αγιάς …   Dictionary of Greek

  • θεόδοτος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Αρχιτέκτονας και γλύπτης (4ος αι. π.Χ.). Πήρε μέρος στις εργασίες για την κατασκευή του ναού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο. 2. Μακεδόνας ναύαρχος του Αντίγονου (; – 315 π.Χ.). Το 315 ναυμάχησε με τον ναύαρχο του… …   Dictionary of Greek

  • μωλιάτικα — και μολιάτικα, τα το ποσό που πληρώνουν για τα έξοδα τού μώλου τα πλοία που προσορμίζονται. [ΕΤΥΜΟΛ. < μώλος / μόλος + κατάλ. ιάτικα (πρβλ. μην ιάτικο)] …   Dictionary of Greek

  • μώλαξ — μώλαξ, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «εἶδος οἴνου οἱ δὲ τὸ ἐν τοῑς ὁρκίοις σπενδόμενον, ἀπὸ τοῡ μώλου, ὥς τινες Λυδοὶ τὸν οἶνον» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”